συργάστωρ

συργάστωρ
-ορος, ὁ, Α
1. μτφ. (για πρόσ.) χειρώνακτας εργάτης, ιδίως ημερομίσθιος
2. ως κύριο όν. Συργάστωρ
(κατά τον Ησύχ.) «ὄνομα βαρβαρικόν».
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σύργαστρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • συργάστωρ — trailing the belly masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύργαστρος — ὁ, Α 1. αυτός που σέρνεται στη γη με την κοιλιά σαν το φίδι 2. μτφ. (για πρόσ.) χειρώνακτας και, κυρίως, ο ημερομίσθιος εργάτης, μεροκαματιάρης 3. (κατά τον Ησύχ., τον Φώτ. και το Μέγα Ετυμολογικόν) «συοφορβὸς ἢ ὑ[ο]φορβός». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης σημ …   Dictionary of Greek

  • γαστήρ — η (AM γαστήρ) 1. η κοιλιά, το μέρος τού σώματος που περιέχει τα σπλάχνα, ανάμεσα στον θώρακα και στους μηρούς 2. το στομάχι 3. φρ. α) «βόσκειν ἥν γαστέρα» να γεμίσει την κοιλιά του Όμ. β) «γαστέρες οἶον» μόνο κοιλιές, μόνο για φαΐ (Ησίοδ.) μσν.… …   Dictionary of Greek

  • συρόγαστρος — ὁ, Α σύργαστρος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. αντί τού σύργαστρος / συργάστωρ (για ετυμολ. βλ. λ. σύργαστρος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”